ἐρυθρόλευκος

ἐρυθρό-λευκος, ον,
A reddish-white, Gal.17 (1).835, Hsch. s.v. φλογόλευκον.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐρυθρόλευκος — reddish white masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερυθρόλευκος — η, ο (AM ἐρυθρόλευκος, ον) 1. αυτός τού οποίου το χρώμα σε μερικά μέρη είναι κόκκινο και σε άλλα άσπρο 2. αυτός που έχει χρώμα κόκκινο που αποκλίνει προς το άσπρο ή άσπρο που αποκλίνει προς το κόκκινο, ο ασπροκόκκινος …   Dictionary of Greek

  • ἐρυθρόλευκον — ἐρυθρόλευκος reddish white masc/fem acc sg ἐρυθρόλευκος reddish white neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Риера, Альберт — Альберт Риера …   Википедия

  • Manolis Moniakis — Personal information Full name Manolis Moniakis Date of birth 9 November 1988 ( …   Wikipedia

  • λευκέρυθρος — η, ο (AM λευκέρυθρος, ον Α και λευκοέρυθρος, ον) λευκός και ερυθρός, ερυθρόλευκος, ασπροκόκκινος. [ΕΤΥΜΟΛ. < λευκ(ο) * + ἐρυθρός] …   Dictionary of Greek

  • λευκός — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 160 μ., 28 κάτ.) της Καρπάθου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Καρπάθου του νομού Δωδεκανήσου. * * * ή, ό (AM λευκός, ή, όν) 1. αυτός που έχει το χρώμα τού χιονιού ή τού γάλακτος, άσπρος (α. «ήλθε ντυμένη με λευκά ρούχα»… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.